βάταλος

βάταλος
Grammatical information: m.
Meaning: καταπύγων καὶ ἀνδρόγυνος, κίναιδος, ἔκλυτος H.; = πρωκτός (Eup. 82) Harpokration.
Other forms: Also βάτταλος. βατᾶς, βαδᾶς and σπάταλος `wanton, lascivious' s. below.
Derivatives: βαταλίζομαι `live like a β.' (Theano), -ίζω (τὰ ὀπίσθια, of a horse) `turn to and fro' (Hippiatr.). Shortened (cf. Chantr. Form. 31f.) βατᾶς ὁ καταφερής. Ταραντῖνοι H.; βαδᾶς κίναιδος ὡς Άμερίας H. - Demosthenes was called Βάτ(τ)αλος in his youth (D. 18, 180; Aeschin. 1, 126; 2,99). Perhaps it referred to a speech-defect, saying λ for ρ and so for βατταρίζειν `stammer' say βατταλίζειν; s. Holst Symb. Oslo. 4, 11ff.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: One suggested connection with βατέω `mount'; but that βαδᾶς would be after βάδην, βαδίζω is quite improbable. Fur. 154 etc. connects convincingly σπάταλος, which shows Pre-Gr. origin (as does τ\/δ).
Page in Frisk: 1,225-226

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάταλος — και βάτταλος, ο (Α) 1. ο τραυλός 2. ο πρωκτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Δημώδης τ., άγνωστης ετυμολ. Η σύνδεση της λ. βάταλος με το βατώ ( έω) «ανέρχομαι, πηδώ» είναι αβέβαιη, ενώ η άποψη, κατά την οποία ο όρος βάταλος είναι δάνεια λ. ανατολικής προέλευσης (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • Βάταλος — stammerer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατάλου — Βάταλος stammerer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατάλους — Βάταλος stammerer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βατάλων — Βάταλος stammerer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάταλον — Βάταλος stammerer masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BATALUS — tibicen lascivus, primum omnium calceis femineis in scena usus est, artemque tibiarum omni mollitie depravavit, a quo dissolutos et parum viros Batalos vocant; tale fuit Demostheni cognomen, teste Cael. Rhodig. l. 5. c. 13. Libamus, Ι῾ςτόρηται… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Demosthenes — (griechisch Δημοσθένης, Dēmosthénēs, lateinisch und deutsch De mosthenes, * 384 v. Chr.; † 322 v. Chr. in Kalaureia) war der wohl bedeutendste griechische Redner. Nach dem Philokratesfrieden des Jahres 346 v. Chr stieg er zum führenden… …   Deutsch Wikipedia

  • Демосфен — У этого термина существуют и другие значения, см. Демосфен (значения). Демосфен Демосфен (греч …   Википедия

  • Γαύδος — Νησί (29,6 τ. χλμ., 98 κάτ.) του Λιβυκού πελάγους, Ν από τα Σφακιά της Κρήτης και σε απόσταση περίπου 20 μιλίων από το ακρωτήριο Βάταλος των Σφακιών. Έχει μήκος 9 χλμ. και μέσο πλάτος 5 χλμ. Το νησί αποτελεί έδρα ομώνυμης κοινότητας του νομού… …   Dictionary of Greek

  • bate — BÁTE, bat, vb. III. I. 1. tranz. şi refl. A (se) lovi, a (se) izbi repetat şi violent (cu palma, cu pumnul, cu băţul, cu biciul etc.) A bate peste obraji, peste gură, peste picioare. A bate la palmă, la tălpi, la spate. A bate în cap. ♢ expr.… …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.